Ψυχολόγος Θεσσαλονίκη - Κατερίνα Τζιωρίδου
Αυτονομία – Συντροφικότητα

Αυτονομία – Συντροφικότητα

Η αυτονομία και η συντροφικότητα  είναι κομβικές έννοιες στη σχέση του ζευγαριού, καθώς η έλλειψη ισορροπίας σε αυτό το δίπολο μπορεί να δημιουργήσει τριγμούς και αποσταθεροποίηση στη σχέση.

άκουσε το σε podcast

Πρόκειται για έννοιες που περιγράφουν σημαντικές ανάγκες των συντρόφων, οι οποίες χρειάζονται συνεχή φροντίδα και από τις δύο πλευρές. Τι ορίζεται όμως ως αυτονομία και τι ως συντροφικότητα;

 

Αυτονομία vs Συντροφικότητα

Ως αυτονομία ορίζεται “η δύναμη και η θέληση να παίρνει το άτομο τη ζωή στα χέρια του, να ακολουθεί τον δικό του δρόμο, να διακινδυνεύει, να μη χρησιμοποιεί βοήθεια από έξω και συνεπώς να μη δίνει λογαριασμό και να μη λαμβάνει υπόψη του κανέναν” (Bischof, 1994). Η αυτονομία συνδέεται με την αίσθηση ότι έχω δικό μου χώρο και χρόνο. Συνδέεται με την διαπροσωπική απόσταση. Σημαίνει, αναγνωρίζω τις ανάγκες μου και τις φροντίζω παίρνοντας τη ζωή στα χέρια μου.

Η αυτονομία είναι μια διεργασία ζωής και όχι ένα στάδιο που κατακτιέται κάποια στιγμή και μετά τέλος. Βέβαια, όταν το άτομο επιλέγει να ζει με σύντροφο το “δε δίνω λογαριασμό και δε λαμβάνω υπόψη μου κανέναν” μπορεί να ισχύσει μόνο μέχρι ένα βαθμό. Και αυτό μας φέρνει στην έννοια της συντροφικότητας.

Ως συντροφικότητα ορίζεται η διάθεση για επαφή και σχέση με ένα οικείο πρόσωπο. Υπάρχει προτίμηση προς ένα συγκεκριμένο άτομο με το οποίο υπάρχει αμοιβαία εξοικείωση. Η προτίμηση ξεπερνάει τα όρια της σεξουαλικότητας. Η συντροφικότητα συνδέεται με την εγγύτητα, τη συναισθηματική επαφή, το μοίρασμα, το αίσθημα του ανήκειν. Έχει σημασία να διαχωριστεί η έννοια της συντροφικότητας από την έννοια της εξάρτησης (ανάγκη για βοήθεια) και από την έννοια της κοινωνικότητας (ανάγκη για παρέα).

 

Τύποι συντροφικών σχέσεων

Εντός του διπόλου Αυτονομία – Συντροφικότητα διακρίνονται τρεις βασικοί τύποι συντροφικών σχέσεων (Βιργινία Ιωαννίδου, 2012). Α. τύπος, τα ζευγάρια που εστιάζουν και ικανοποιούν μονομερώς τη μία ή την άλλη ανάγκη. Β. τύπος, τα ζευγάρια που βρίσκονται σε πόλωση. Γ. τύπος, τα ζευγάρια που ικανοποιούν με ισορροπία και τις δύο ανάγκες. Ας τα δούμε πιο αναλυτικά.

 

Α. τύπος

Εδώ συναντάμε δύο υποκατηγορίες. Τα ζευγάρια που ικανοποιούν μόνο την ανάγκη της συντροφικότητας. Και τα ζευγάρια που εστιάζουν μόνο στην ανάγκη της αυτονομίας.

Μόνο συντροφικότητα

Ο προσανατολισμός μόνο στην συντροφικότητα αποτυπώνεται γλαφυρά στην έκφραση “δε μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα”. Υπάρχει μια συνεχής αλληλεξάρτηση, η οποία φαίνεται στο άκαμπτο μοίρασμα των ευθυνών. Π.χ. το ένα μέλος εξασφαλίζει κατά αποκλειστικότητα την οικονομική επιβίωση. Ενώ το άλλο μέλος αναλαμβάνει την οικογένεια, το νοικοκυριό, τις σχέσεις με τον έξω κόσμο. Χαρακτηριστικό εδώ είναι, ότι όταν πρόκειται να παρθούν αποφάσεις, κανένα μέλος της σχέσης δε μπορεί να λειτουργήσει χωρίς το άλλο (έλλειψη αυτονομίας).

Αυτός ο τύπος σχέσης απαντάται συχνά στα ζευγάρια που εργάζονται μαζί, έχουν αποκλειστικά μόνο κοινές παρέες και κοινούς στόχους, ταξιδεύουν μόνο μαζί κλπ. Το ένα μέλος της σχέσης βιώνει το άλλο ως προέκταση του εαυτού. Αυτό σημαίνει, ότι ο ένας σύντροφος εξιδανικεύει πάρα πολύ τον άλλο. Έτσι η απογοήτευση είναι θέμα χρόνου να συμβεί, καθώς κανένας σύντροφος δεν μπορεί να καλύψει εξ ολοκλήρου τις ανάγκες του άλλου.

Μόνο αυτονομία

Τα ζευγάρια που ικανοποιούν κατά κύριο λόγο την ανάγκη της αυτονομίας ζούνε ως singles μέσα στη σχέση. Το κάθε μέλος έχει την επαγγελματική του σταδιοδρομία ή και όχι. Υπάρχει οικονομική ανεξαρτησία. Ζούνε είτε μαζί είτε χωριστά. Διατηρούν προσωπικά ενδιαφέροντα, παρέες, δραστηριότητες. Οι σύντροφοι περνάνε κοινό χρόνο, έχουν κοινά ενδιαφέροντα και δραστηριότητες, αλλά αποφεύγουν να συνδεθούν πιο βαθιά. Μέχρι εδώ αυτή η δυναμική δεν εμπεριέχει τίποτα δυνητικά προβληματικό.

Οι δυσκολίες αρχίζουν, όταν οι σύντροφοι ασπάζονται μεν την αυτονομία ως ιδανική συνθήκη σχέσης, όμως επιζητούν κατά βάθος μεγαλύτερη σύνδεση, συναισθηματική ασφάλεια, εμπιστοσύνη, αίσθημα ότι ανήκουν κάπου. Τότε μιλάμε για ποιότητες που μπορούν να βιωθούν μόνο με μεγαλύτερη δέσμευση. Αυτή η διαφορά γεννά εντάσεις, απογοητεύσεις, συγκρούσεις.

 

Β. τύπος

Ο δεύτερος τύπος συντροφικής σχέσης αφορά ζευγάρια, όπου το κάθε μέλος έχει μετακινηθεί προς έναν πόλο. Το ένα μέλος έχει πολωθεί στην ανάγκη της αυτονομίας και το άλλο μέλος στην ανάγκη της συντροφικότητας.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα εδώ είναι ζευγάρια που είναι επαγγελματικά αυτόνομα και η μία πλευρά έχει προσωπικές ασχολίες, παρέες, δραστηριοποιείται εκτός σχέσης, ενώ η άλλη πλευρά υπερασπίζεται συνεχώς την οικογένεια, τις κοινές δραστηριότητες, το μαζί παντού. Το ένα μέλος φροντίζει για την απόσταση στη σχέση και οποιοδήποτε πλησίασμα από την άλλη πλευρά μπορεί να βιώνεται ως ασφυκτικό. Ενώ το άλλο μέλος φροντίζει για την προσέγγιση και ερμηνεύει οποιαδήποτε αυτόνομη δραστηριότητα του/της συντρόφου ως ένδειξη αδιαφορίας προ το ίδιο.

 

Γ. τύπος

Εδώ απαντάται η ιδανική ισορροπία. Ο τύπος αυτός αναφέρεται σε ζευγάρια που δίνουν χώρο για την ικανοποίηση τόσο της ανάγκης της αυτονομίας όσο και της ανάγκης της συντροφικότητας. Η έκφραση της μιας ή της άλλης ανάγκης δεν βιώνεται ως απειλή. Υπάρχουν κοινές αλλά και ατομικές δραστηριότητες. Η αυτονομία δεν βιώνεται ως αδιαφορία και η συντροφικότητα δεν σημαίνει εξάρτηση. Οι σύντροφοι κινούνται ανάμεσα στους δύο πόλους ευέλικτα και χωρίς εντάσεις.

 

Συμβουλευτική σχέσης

Στη διάρκεια των συνεδριών με τη σύμβουλο σχέσης οι σύντροφοι θα έχουν την ευκαιρία να διερευνήσουν τον τύπο της σχέσης που έχουν ως ζευγάρι. Θα μπορέσουν να καταλάβουν, ποια είναι τα δυνατά σημεία της σχέσης και ποια τα λιγότερα δυνατά. Έτσι θα είναι σε θέση να εστιάσουν συνειδητά σε ότι μπορεί να φέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση στη σχέση.

 

 

Πηγή: 

Βιργινία Ιωαννίδου. Η τέχνη της Συντροφικής Ζωής – Μια συστημική προσέγγιση. Εκδόσεις “γνώση” (2012).

 

 

 

διάβασε επίσης